αἰξωνεύομαι

αἰξωνεύομαι, Dep.,
A to be slanderous, like the people of the Attic deme Aexone, Harp. s.v. Αἰξωνή.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιξωνεύομαι — αἰξωνεύομαι (Α) βλαστημώ, κακολογώ, όπως οι κάτοικοι τού δήμου Αιξωνή τής Αττικής (λ. τού Μενάνδρου). [ΕΤΥΜΟΛ. < Αἰξωνεὺς < Αἰξωνή] …   Dictionary of Greek

  • αἰξωνεύεσθαι — αἰξωνεύομαι to be slanderous pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.